viasmos.jpeg

Αληθινή ιστορία: “Tην μέρα που με βίασε ο πατριός μου, σταμάτησα να ονειρέυομαι”

«Ήταν περίπου 2.00 το μεσημέρι όταν επέστρεψα από τη σχολή στο σπίτι μου, στο Παγκράτι. Άνοιξα την πόρτα της πολυκατοικίας και πήρα το ασανσέρ μαζί με τον ένοικο του διπλανού διαμερίσματος. Μέχρι να φτάσουμε στον δεύτερο όροφο μου έλεγε ότι ανυπομονεί να πάει στο σπίτι του γιατί η γυναίκα του είχε ετοιμάσει μακαρόνια με κιμά. Βγαίνοντας και πριν μπει ο καθένας στο σπίτι του, ο γείτονας μού είπε «Να προσέχεις παιδί μου και να κοιτάς τα διαβάσματά σου». Γέλασα, είπα πως θα το κάνω κάπως βαριεστημένη και έβαλα τα κλειδιά στην πόρτα μου.

Ήταν μια από τις μέρες που η μητέρα μου έλειπε για δουλειά εκτός Αθηνών. Μπήκα στο σπίτι και ο πατριός μου καθόταν στο σαλόνι, βλέποντας τηλεόραση. Τον χαιρέτησα αλλά δεν μου απάντησε, πράγμα που με παραξένεψε αρχικά γιατί πάντα με ρωτούσε πώς πήγε η σχολή. «Θα έχει θέματα με τη δουλειά πάλι», σκέφτηκα και πήγα στο δωμάτιό μου να αλλάξω.

 

Λίγα λεπτά αργότερα μπήκα στο μπάνιο για να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου και να πέσω για ύπνο. Είχα ξενυχτίσει την προηγούμενη μέρα και σκεφτόμουν ότι το μόνο που ήθελα, είναι να κοιμηθώ. Πριν προλάβω να σκουπίσω τη μούρη μου από τα νερά, άκουσα την πόρτα του μπάνιου να ανοίγει. Ήταν ο πατριός μου. Το επόμενο πράγμα που άκουσα ήταν ένα φερμουάρ. Αυτό τον ήχο και τον τρόμο που μου προκάλεσε, για κάποιο λόγο δεν τον ξέχασα ποτέ. Δεν ήξερα μέχρι εκείνη τη στιγμή τι θα συμβεί, ούτε το υποπτευόμουν. Δεν ξέρω γιατί τρόμαξα. Του είπα αμήχανα «Βγαίνω» και πήγα προς την πόρτα.

Με έβριζε χαμηλόφωνα και με χτυπούσε.

Πριν προλάβω να κάνω ένα βήμα έκλεισε την πόρτα και μου είπε «Τώρα, είμαστε οι δυο μας. Ξέρω ότι ήθελες να μείνουμε οι δυο μας». Άρχισε να γελάει κι εγώ πάγωσα. Τον έσπρωξα με δύναμη και άρχισα να φωνάζω πνιχτά για βοήθεια. Πρόλαβα να φωνάξω δυο φορές πριν με χτυπήσει στο πρόσωπο. Αρχικά μου έπιασε τα χέρια και το επόμενο λεπτό βρέθηκα με το κεφάλι μου στο νιπτήρα και το ένα χέρι του στο στόμα μου.

Το μόνο που θυμάμαι να σκέφτομαι είναι, «Κάνε κάτι, κάνε κάτι. Γιατί δεν μπορείς να κάνεις κάτι;». Ο πατριός μου ήταν 1.90, ζύγισε 100 κιλά. Εγώ ήμουν μυρμήγκι μπροστά του. Όταν κατάλαβα πως ήταν αδύνατον να κουνηθώ, το μυαλό μου σταμάτησε κι εγώ πάγωσα. Στην αρχή δεν καταλάβαινα τι συμβαίνει, ούτε γιατί με χτύπησε. Δεν ήταν ποτέ βίαιος, ούτε μ’ εμένα ούτε με τη μητέρα μου.

Για λίγο, μου άφησε τα χέρια και κατέβασε την πιτζάμα μου μαζί με το εσώρουχό μου. Το άλλο του χέρι βρισκόταν ακόμη στο στόμα μου. Ο φόβος μεγάλωνε σιγά-σιγά. Είναι ένας φόβος που σε αφήνει ανήμπορο εκείνη τη στιγμή. Σε ακρωτηριάζει. Μέχρι εκείνο το λεπτό, περίμενα ότι κάτι θα συμβεί και θα σταματήσει. Όμως, δεν σταμάτησε.

Θυμάμαι να λέει «Ξέρω ότι σου αρέσει. Σταμάτα να κάνεις ότι δεν σ’ αρέσει». Με έβριζε χαμηλόφωνα και με χτυπούσε. Κάθε φορά που έβρισκα τη δύναμη να κουνηθώ, με χτυπούσε περισσότερο. Μέχρι που με έκανε να νιώθω πως κάθε προσπάθεια να αντισταθώ είναι μάταια.

Δεν είμαι βέβαιη για το πόσο κράτησε. Όταν προσπαθώ να το σκεφτώ ψύχραιμα, υπολογίζω πως ήταν δέκα λεπτά. Άλλες φορές, μου φαίνεται αιώνας. Το παράθυρο του μπάνιου ήταν απέναντι από το παράθυρο της κουζίνας του γείτονα που είχα συναντήσει στην είσοδο, πριν από λίγη ώρα. Το τζάμι μας δεν ήταν διάφανο και δεν μπορούσε κανείς να δει από μέσα, ωστόσο θυμάμαι να το κοιτάω και να σκέφτομαι ότι θα δουν κάτι, ότι θα με ακούσουν, ότι κάποιος θα μπει μέσα και θα με σώσει απ’ αυτό. Κανείς δεν ήρθε.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Ούτε και τα επόμενα. Δεν ήξερα σε ποιον να πάω και τι να πω.

Όταν το μαρτύριο τελείωσε, έπεσα στο πάτωμα. Δεν το θυμάμαι, αλλά μάλλον λιποθύμησα. Συνήλθα και ήμουν πεσμένη κάτω, με αίματα τριγύρω μου. Η πόρτα του μπάνιου ήταν κλειστή και αυτό με έκανε να φοβάμαι ακόμη περισσότερο μήπως μπει πάλι. Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω τι είχε συμβεί. Σύρθηκα μέχρι εκεί και την κλείδωσα.

Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα στο πάτωμα. Άκουσα την εξώπορτα να κλείνει και τότε βγήκα. Το πρώτο πράγμα που έκανα, ήταν να τηλεφωνήσω στη μητέρα μου κλαίγοντας για να γυρίσει πίσω και κλείδωσα την εξώπορτα για να μην μπορέσει εκείνος να ξανάρθει. Το βράδυ, όταν η μητέρα μου επέστρεψε, κοίταξα απ’ το ματάκι για να δω αν είναι μόνη. Της άνοιξα και προσπαθούσα με κλάματα και αναφιλητά να της πω τι έγινε.

 

Δεν με πίστεψε. Καθόμουν στο κρεβάτι μου και είχα πάρει αγκαλιά το μαξιλάρι μου. Της μιλούσα κι εκείνη περπατούσε πάνω-κάτω στο δωμάτιο χωρίς να μιλάει. Το πρώτο πράγμα που μου είπε είναι «Εσύ φταις» και ξεκίνησε να με κατηγορεί για όλα. Φώναζε «Πες μου την αλήθεια. Έχει ξαναγίνει αυτό; Εσύ τον προκάλεσες; Λέγε». Η φωνή της ηχεί ακόμη στα αυτιά μου.

Δεν μπορούσα να κοιμηθώ τα περισσότερα βράδια. Ζούσα ξανά και ξανά εκείνη την ημέρα. Δεν τη ζούσα απλώς, τη βίωνα στο «εδώ και τώρα».

Το επόμενο πράγμα που έκανα ήταν να μαζέψω μερικά ρούχα και να φύγω. Πήγα σε μια πλατεία και πήρα μια συμφοιτήτριά μου τηλέφωνο να έρθει με το αμάξι να με πάρει. Της ζήτησα να με φιλοξενήσει και δέχτηκε. Όταν με ρώτησε τι έγινε -ήμουν χτυπημένη και με ανοιγμένο το κάτω χείλος-, της είπα ότι με έκλεψαν. Μου έλεγε επίμονα να πάμε στην Αστυνομία, όμως το μόνο που της ζήτησα είναι να με αφήσει να μείνω για λίγο στο σπίτι της.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Ούτε και τα επόμενα. Δεν ήξερα σε ποιον να πάω και τι να πω. Η μητέρα μου δεν με πίστεψε, ποιος εκεί έξω θα με πίστευε; Εκείνη μου έλεγε πως έφταιξα, κι εγώ έψαχνα να βρω τι έκανα και το προκάλεσα αυτό στον εαυτό μου. Το χειρότερο ήταν η ντροπή. Μια ντροπή ακατανόητη και απερίγραπτη.

Την ημέρα που ο πατριός μου με βίασε, είχα περίοδο. Το αίμα που έτρεχε πάνω στα πόδια μου το νιώθω μέχρι σήμερα.

 

Τις επόμενες μέρες, η μητέρα μου προσπάθησε να με βρει, όμως δεν ήθελα να της μιλήσω. Επικοινώνησα με τον βιολογικό μου πατέρα, έναν άνθρωπο που ήταν λίγο-πολύ απών από τη ζωή μου, όμως φρόντιζε να με στηρίζει οικονομικά. Του ζήτησα χρήματα και του είπα πως έφυγα απ’ το σπίτι. Δεν με ρώτησε καν γιατί, όμως μου εξασφάλισε χρήματα για όσο καιρό τα χρειάστηκα. Ούτε σε εκείνον είπα τίποτα και για αρκετό καιρό δεν μιλούσα σε κανέναν γι’ αυτό. Ήθελα απλώς να το ξεχάσω.

Ακόμη και μήνες μετά υπέφερα από μετατραυματικό στρες. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ τα περισσότερα βράδια. Ζούσα ξανά και ξανά εκείνη την ημέρα. Δεν τη ζούσα απλώς, τη βίωνα στο «εδώ και τώρα». Ένιωθα να μου συμβαίνει ξανά, ένιωθα να πονάω, άκουγα τη φωνή του πατριού μου, τη φωνή της μητέρας μου. Τα έβλεπα όλα απ’ την αρχή. Ξανά και ξανά. Ακόμη και τον ήχο από τα πιάτα του διπλανού διαμερίσματος. Κόντεψα να τρελαθώ στην ιδέα πως την ώρα που με βίαζε, οι διπλανοί μου απλώς έτρωγαν αμέριμνοι το μεσημεριανό τους. Δεν είμαι η μόνη. Είναι αδιανότητο το τι συμβαίνει πίσω από κλειστές πόρτες. Δεν ξέρω αν εκείνοι με άκουσαν, γι’ αυτό δεν τους κατηγορώ. Θα ήθελα να πιστεύω πως θα είχαν αντιδράσει με κάποιο τρόπο αν καταλάβαιναν τι συνέβαινε. Όμως, ακούγοντας ιστορίες βιασμών και ενδοοικογενειακής βίας, συνειδητοποιώ πως δεν είναι αυτονόητο για όλους να αντιδρούν ακόμη και όταν αντιλαμβάνονται πως κάποιος στο διπλανό διαμέρισμα κακοποιείται.

Όσο κι αν προσπαθήσεις, ο βιασμός είναι κάτι που δεν ξεχνάς ποτέ στη ζωή σου.

 

Την ημέρα που ο πατριός μου με βίασε, είχα περίοδο. Το αίμα που έτρεχε πάνω στα πόδια μου το νιώθω μέχρι σήμερα. Για αρκετό καιρό έπαιρνα αντισυλληπτικά όλο το μήνα για να μην μου έρχεται περίοδος. Είχα συνδέσει τόσο πολύ το αίμα με εκείνη την ημέρα, που μόνο η μυρωδιά ή η εικόνα του με τρόμαζαν. Έβγαινα με φίλους και για λίγο ήμουν καλά, όμως μόλις έβλεπα κάποιο ψηλό και μυώδη άνδρα, θυμόμουν ξανά τον πατριό μου και αισθανόμουν πως θα λιποθυμήσω. Έφευγα τρομοκρατημένη από εκείνο το σημείο και κλειδωνόμουν στο σπίτι μου. Για ώρες είχα ταχυκαρδία, ένιωθα το μυαλό μου σαν ωρολογιακή βόμβα και σκεφτόμουν «τι θα γίνει αν μπει μέσα στο σπίτι μου;», παρά το ότι ήταν αδύνατο να με βρει. Μόνο η σκέψη ότι κυκλοφορούσε ελεύθερος λειτουργούσε σαν απειλή.

Υπήρχαν μέρες που απλώς ήθελα να αυτοκτονήσω. Αυτό συνέβη στα 20 μου. Έζησα έτσι ενάμιση χρόνο, μέχρι που μίλησα στην καλύτερή μου φίλη γι’ αυτό. Με πήρε και με πήγε σε έναν ψυχαναλυτή, στον οποίο πηγαίνω μέχρι και σήμερα – επτά χρόνια μετά.

Όποιος πιστεύει πως μπορείς μετά από έναν βιασμό να ξεχάσεις, δεν έχει ιδέα τι έχει συμβεί στο σώμα σου και στο μυαλό σου. Όσο κι αν προσπαθήσεις, ο βιασμός είναι κάτι που δεν ξεχνάς ποτέ στη ζωή σου. Εκείνες οι στιγμές, αναπόφευκτα και ανεξέλεγκτα έρχονται ξανά στο μυαλό σου και σε διαλύουν κάθε φορά. Μαθαίνεις να το ελέγχεις, μαθαίνεις να χειραγωγείς το διαλυμένο σου εαυτό, όμως είσαι πλέον κάτι αλλαγμένο.

Ήταν ένας άνθρωπος που τόσα χρόνια ζούσε στο σπίτι μου, που εμπιστευόμουν. Αυτό από μόνο του σε κάνει να πιστεύεις πως μπορεί οποιοσδήποτε εκεί έξω να σου κάνει κακό.

 

Τον πρώτο καιρό γεμίζεις ενοχές. Το μόνο που σκέφτεσαι είναι το «τι θα είχε συμβεί αν είχα αντιδράσει διαφορετικά. Τι θα είχε συμβεί αν δεν είχα γυρίσει στο σπίτι». Σκέφτεσαι ένα σωρό «αν» που στρέφονται εναντίον σου. Λες πως κάτι δεν έκανες καλά και νιώθεις οργή, ντροπή και μίσος για σένα.

Ο ψυχοθεραπευτής μου, ένας άνθρωπος που με το πέρασμα του χρόνου κατάφερε να επουλώσει κάποιες πληγές, το πρώτο πράγμα που φρόντισε να δουλέψει ήταν αυτή η ενοχή. Υπήρχαν ξεσπάσματα στα οποία φώναζα πως αν είχα αντιδράσει αρκετά θα με άφηνε να φύγω και άλλα που έλεγα πως αν δεν έλεγα τίποτα εκείνη τη στιγμή ο βιαστής μου θα με λυπόταν. Από την ίδια ενοχή υποφέρουν τα περισσότερα θύματα βιασμού. Οι περισσότερες γυναίκες ή άνδρες που έχουν κάποια τέτοια εμπειρία στρέφουν την οργή προς τον εαυτό τους.

Χρειάστηκε αρκετός χρόνος για να καταφέρω να συνειδητοποιήσω πως δεν φταίω εγώ. Χρειάστηκε να μου εξηγήσει ένας ειδικός με εκατό διαφορετικούς τρόπους, πως η αντίδραση που έχεις όταν πρόκειται να βιαστείς δεν είναι απόδειξη «ενοχής» ή «αθωότητας». Δεν θα πρέπει να σκέφτεσαι τι έκανες ή τι θα μπορούσες να έχεις κάνει και να ενοχοποιείς τον εαυτό σου, αλλά τι δεν θα έπρεπε να κάνει ο άλλος στο σώμα σου και στην ψυχή σου. Με πολύ κόπο συνειδητοποίησα πως ο άνθρωπος που με κακοποίησε και κατέστρεψε ένα κομμάτι του εαυτού μου, απλώς έψαχνε την ευκαιρία να το κάνει και πως αυτό θα γινόταν, όπως κι αν είχα αντιδράσει.

Μετανιώνω πικρά που δεν το κατήγγειλα τότε. Αυτό που σκεφτόμουν είναι πως αφού δεν με πίστεψε η μητέρα μου, δεν θα με πιστέψει κανείς.

 

Ο βιασμός έχει να κάνει με ένα σωρό πράγματα, γι’ αυτό έχει και τέτοιο αντίκτυπο. Δεν είναι μόνο αυτό που συμβαίνει στο σώμα σου, δεν είναι οι μελανιές που καταδικάζεσαι να βλέπεις για το επόμενο διάστημα. Κάποιοι βιασμοί δεν έχουν καν εξωτερικά σημάδια. Η ωμή βία χτυπάει το είναι σου, την αντίληψή σου για το σώμα σου και για τους ανθρώπους.

Ο πατριός μου ήταν ένας άνθρωπος με φίλους και κοινωνικό περίγυρο, ένας νομοταγής και ευυπόληπτος πολίτης που με μεγάλωνε από τα 12 μου. Στα 20 μου, όταν συνέβη αυτό, όλα κατέρρευσαν. Διότι ήταν ένας άνθρωπος που τόσα χρόνια ζούσε στο σπίτι μου, ένας άνθρωπος υπεράνω υποψίας, που εμπιστευόμουν. Αυτό από μόνο του σε κάνει να πιστεύεις πως μπορεί οποιοσδήποτε εκεί έξω να σου κάνει κακό. Και είναι έτσι. Βιαστής μπορεί να είναι ο καθένας. Αυτό είναι από μόνο του τρομακτικό και είναι σκληρό να είσαι συνέχεια επιφυλακτικός με τους ανθρώπους. Ποτέ δεν μπορείς να εμπιστευτείς ολοκληρωτικά και να αφεθείς, γιατί πάντα ο βαθύτερος εαυτός σου φοβάται πως κάτι παρόμοιο θα ξανασυμβεί. Όταν ένα οικείο πρόσωπο σου κάνει κάτι τέτοιο, τι θα εμποδίσει έναν άγνωστο να σου φερθεί χειρότερα;

Ο μόνος λόγος που αποφάσισα να μιλήσω γι’ αυτό είναι επειδή υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που πιστεύουν πως αν μια γυναίκα βρεθεί στο δρόμο μόνη και αν φοράει προκλητικά ρούχα προκαλεί. Υπάρχουν άνθρωποι που κατηγορούν ένα θύμα λέγοντας πως το προκάλεσε. Άνθρωποι σαν τη μητέρα μου, που δεν τη συγχώρεσα ποτέ αν και επικοινώνησα ξανά μαζί της. Μόνο η σκέψη πως υπάρχουν άνθρωποι που δικαιολογούν έναν βιαστή για οποιοδήποτε λόγο, με κάνει να νιώθω ανήμπορη ξανά. Διότι εγώ ήμουν στο σπίτι μου. Ντυμένη με τις πιτζάμες μου. Πώς στο διάολο μπορεί να το προκάλεσα αυτό; Και ποιο άρρωστο μυαλό μπορεί να ακούσει πως ένας άνθρωπος βιάστηκε και να πει «Τα ήθελε μωρέ»;

Προσπαθώ να βρω έναν αξιοπρεπή τρόπο να μιλήσω για όσα συνέβησαν. Ο βιασμός, όμως, σου στερεί μια μοναδική αθωότητα που έχεις μέσα σου. Όχι αυτή που έχεις σαν παιδί, αλλά αυτή του αισιόδοξου ενήλικου. Την αθωότητα να πιστεύεις ότι μπορείς να είσαι ευτυχισμένος μια μέρα. Κι αυτό δεν μπορεί να το επαναφέρει κανείς. Μετανιώνω πικρά που δεν το κατήγγειλα τότε. Αυτό που σκεφτόμουν είναι πως αφού δεν με πίστεψε η μητέρα μου, δεν θα με πιστέψει κανείς και δεν είχα άλλες άμυνες για να αντέξω μια παραπάνω απόρριψη από κάποιο δικαστήριο ή από την Αστυνομία. Ήθελα απλώς να το ξεπεράσω. Σήμερα πιστεύω πως θα είχα λυτρωθεί με κάποιο τρόπο αν είχε τιμωρηθεί. Μην κάνεις το ίδιο λάθος. Βρες το κουράγιο να προχωρήσεις μέχρι το τέλος ακόμη και μόνη».

Powered By Workbit Solutions