ipoik.jpg

Επιστολές προς Γεν.Ελεγκτή και Γεν.Εισαγγελέα για το θέμα Σάβιας Ορφανίδου από ΥΠΟΙΚ

Δύο επιστολές, η μια απαντητική προς τον Γενικό Ελεγκτή και η άλλη ενημερωτική προς τον Γενικό Εισαγγελέα, απέστειλε σήμερα ο Υπουργός Οικονομικών Χάρης Γεωργιάδης σε ό,τι αφορά την καταγγελία από τον Γενικό Ελεγκτή της Λειτουργού του Υπουργείου Οικονομικών Σάβιας Ορφανίδου για συμμετοχή της σε συλλογικό όργανο πολιτικού κόμματος.

Συγκεκριμένα, στην απαντητική του επιστολή προς τον Γενικό Ελεγκτή ο Υπουργός Οικονομικών επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι τα ερωτήματα που διατυπώνει στην αρχική του επιστολή ο Γενικός Ελεγκτής σε ό,τι αφορά τον τρόπο επιλογής της Σάβιας Ορφανίδου για απόσπαση στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων «αφορούν την εσωτερική διαδικασία επιλογής της Λειτουργού από την ΕΤΕπ και μπορούν να απαντηθούν μόνο από την ίδια την τράπεζα», αναφέροντας παράλληλα προς τον Γενικό Ελεγκτή ότι «το σύνολο της αλληλογραφίας μεταξύ ΕΤΕπ και Υπουργείου Οικονομικών που έχει προηγηθεί της απόφασης επιλογής της (κ. Ορφανίδου) από την ΕΤΕπ» είναι ήδη στην κατοχή του Γενικού Ελεγκτή.

Αναφέρει ακόμη ότι η απόσπαση, η οποία έχει τεθεί σε ισχύ από την 1η Μαρτίου 2017, έγινε με βάση το Άρθρο 47(1) των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων και πως «η νομοθεσία δεν προβλέπει ανοικτή διαδικασία επιλογής, ούτε θα μπορούσε να εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση καθώς η απόσπαση έγινε για εκτέλεση ειδικών καθηκόντων στην ΕΤΕπ μετά από επιλογή της συγκεκριμένης Λειτουργού από την ίδια την τράπεζα”.

Σε σχέση με την καταγγελία του Γενικού Ελεγκτή για συμμετοχή της Λειτουργού σε συλλογικό όργανο πολιτικού κόμματος ο Υπουργός Οικονομικών αναφέρει στον Γενικό Ελεγκτή ότι έχει ζητήσει τη διεξαγωγή διοικητικής έρευνας προκειμένου να διασαφηνιστεί το ιστορικό του όλου ζητήματος και το νομοθετικό πλαίσιο και να αποφασίσει αν θα ενεργήσει σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 81(2) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου. Ειδικά γι` αυτό το θέμα ο Υπουργός Οικονομικών ενημερώνει τον Γενικό Ελεγκτή ότι έχει απευθυνθεί στον Γενικό Εισαγγελέα.

Στην επιστολή του προς τον Γενικό Εισαγγελέα ο Υπουργός Οικονομικών σημειώνει πως εξετάζοντας το ιστορικό της συμμετοχής δημοσίων υπαλλήλων σε πολιτικά κόμματα, προκύπτει ότι ένας μεγάλος αριθμός δημοσίων υπαλλήλων κατείχε θέση πέραν του απλού μέλους κόμματος σε παράβαση του άρθρου 71 (2) των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων το οποίο τέθηκε σε ισχύ το 1990 και τροποποιήθηκε το 2015. Αναφέρει παράλληλα προς τον Γενικό Εισαγγελέα πως προκύπτει ακόμη ότι καθ` όλη αυτή την περίοδο, η παράτυπη κατοχή θέσεων σε πολιτικά κόμματα από δημόσιους υπαλλήλους ήταν γνωστή στις Αρχές και γινόταν ανεκτή.

Στην επιστολή του προς τον Γενικό Εισαγγελέα, ο Υπουργός Οικονομικών αναφέρει επίσης ότι «μεγάλος αριθμός δημοσίων υπαλλήλων μεταξύ των οποίων και η καταγγελλόμενη υπάλληλος παράτυπα κατείχε θέση άλλη από αυτή του απλού μέλους κόμματος στην περίοδο 1991-2015».

Ενημερώνει επίσης τον Γενικό Εισαγγελέα ότι λόγω της έντονης δημοσιότητας των τελευταίων ημερών για το συγκεκριμένο θέμα έχουν τεθεί ενώπιον του αρκετές άλλες περιπτώσεις υπαλλήλων του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα που διαφαίνεται ότι κατείχαν, σε διάφορες περιόδους, θέση σε πολιτικό κόμμα σε παράβαση των προνοιών της νομοθεσίας, επισυνάπτοντας προς τον Γενικό Εισαγγελέα ονομαστικό κατάλογο αυτών των περιπτώσεων.


Σημειώνει δε πως παρόλο που οι συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν έχουν διερευνηθεί, εκ πρώτης όψεως προκύπτει ότι περιλαμβάνουν άτομα με ιδιαίτερα προβεβλημένη κομματική δράση, όπως υπεύθυνοι τομέα πολιτικής ή επαρχίας, και ότι κάποιοι από τους αναφερόμενους φαίνεται να έχουν αποχωρήσει από τη δημόσια υπηρεσία.

Καταληκτικά ο Υπουργός Οικονομικών αναφέρει προς τον Γενικό Εισαγγελέα ότι αφού έλαβε υπόψη τις διαπιστώσεις σχετικής διοικητικής έρευνας και κυρίως το γεγονός ότι η κατοχή κομματικής θέσης από δημόσιους υπαλλήλους ήταν διαχρονικά γνωστή στις Αρχές και γινόταν ανεκτή «στο παρόν στάδιο δεν συντρέχουν λόγοι για διορισμό Ερευνώντος Λειτουργού για να διεξαγάγει έρευνα για πιθανή διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων από μέρους της Λειτουργού που έχει καταγγελθεί από τον Γενικό Ελεγκτή».

Σημειώνει πως για την ακρίβεια κάτι τέτοιο θα αποτελούσε συνέχιση της στοχοποίησης ενός δημόσιου υπαλλήλου, από τους πολλούς που παράτυπα κατείχαν κομματική θέση, και πως την ίδια θέση έχει και για τις υπόλοιπες περιπτώσεις που έχουν τεθεί ενώπιον του.

Ο Υπουργός Οικονομικών ζητά τέλος από τον Γενικό Εισαγγελέα γνωμάτευση για το κατά πόσο η νομοθεσία επιβάλλει τη διεξαγωγή πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον κάθε δημόσιου υπαλλήλου που παράτυπα κατείχε κομματική θέση, εκφράζοντας την ετοιμότητά του να αναθεωρήσει την απόφασή του για τη μη διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας και υποδεικνύοντας πως σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει βεβαίως να καταβληθεί οργανωμένη προσπάθεια εντοπισμού του συνόλου, αν είναι δυνατόν, των δημοσίων υπαλλήλων που παράτυπα κατείχαν κομματική θέση στην περίοδο 1991-2015.