totti.jpg

Ο τελευταίος των ρομαντικών

Δεν είναι η δόξα δεν είναι τα λεφτά λεει το τραγούδι,και όποτε το ακούω μου έρχεται στο νου το πρόσωπο του Φραντσέσκο Τότι.Γιατί για τον Φραντσέσκο δεν είναι ούτε η δόξα που μπορούσε να είχε αν πήγαινε στη Ρεάλ Μαδρίτης ούτε τα περισσότερα λεφτά που θα είχε στον λογαριασμό του αν συμφωνούσε να μετακομίσει στη Μαδρίτη.Γιατί ο Τότι παραμένει ρομαντικός με την αγάπη του την μεγάλη τη Ρόμα.Ένας έρωτας μεγάλος που πέρασε απο πολλά εμπόδια αλλά παρέμεινε τόσο δυνατός που δεν μπορούσε να αποχωριστεί με τίποτα τον σύλλογο που πέρασε σχεδόν όλη του τη ζωή.

Για μας που αγαπάμε το ποδόσφαιρο,γουστάρουμε να βλέπουμε ποδοσφαιριστές σαν το Φραντσέσκο.Ποδοσφαιριστές να μην επηρεάζονται απο την μάστιγα που λέγεται μοντέρνο ποδόσφαιρο.Ένα μοντέρνο ποδόσφαιρο που τα έχουν ισοπεδώσει όλα,ποδοσφαιριστές να πέρνουν εκατομμύρια πολλά περισσότερα από όσα αξίζουν.Προέδροι ομάδων να δίνουν απίστευτα ποσά με τους ποδοσφαιριστές να μην λένε όχι διότι μιλάμε για ευκαιρία ζωής.Για να λέμε όμως και του στραβού το δίκαιο και μεις το ίδιο θα κάναμε.Να όμως  εκεί χάνεται ο ρομαντισμός εκεί χάνεται το ωραίο ποδόσφαιρό,το παθιασμένο ποδόσφαιρο.Γιατί άλλο είναι να αγωνίζεσαι με την ομάδα που μεγάλωσες ,που αγάπησες απο μικρό παιδί και άλλο να αγωνίζεσαι με ομάδες που  δεν έχεις κάποιο δέσιμο μαζί της.

Έχοντας καταφέρει να χριστεί σκόρερ σε 23 διαδοχικές αγωνιστικές περιόδους με τη φανέλα της Ρόμα, έχοντας μετρήσει 6 γκολ και 3 ασίστ στα τελευταία του 10 παιχνίδια στη Serie A σε 605 ματς και όντας ο... Θεός για τους Ρωμαίους, που πρώτα πιστεύουν στον Τότι κι έπειτα στα Θεία, ο κάτι παραπάνω από μεγάλος αρχηγός είναι ένας από αυτούς που πραγματικά η μοίρα τους ήθελε να γράψουν ιστορία κι ας μην έχει να επιδείξει πληθώρα τροπαίων.

Από το μακρινό 1993 και το ντεμπούτο σε παιχνίδι με τη Μπρέσια (από το 1989 στην ακαδημία), μπαίνοντας στη θέση του Ρουγκιέρο Ριτζιτέλι για τα τελευταία τρία λεπτά της εκτός έδρας αναμέτρησης, στην είσοδο αντί του Ντε Ρόσι στο 46' και το γκολ στο Τορίνο εν έτει 2016. Σε αυτά τα χρόνια, έχει κάνει τόσα και έχει πάρει μορφή... Αυτοκράτορα της Ρώμης.

Το πρώτο από αυτά τα 250 γκολ που τον φέρνουν στη 2η θέση των σκόρερ όλων των εποχών στη Serie Α, ο μεγάλος Φραντσέσκο Τότι το πέτυχε σε παιχνίδι με τη Φότζια, τη σεζόν 1994-1995 και η αρχηγία ήρθε για πρώτη φορά τον Οκτώβρη του 1998, όταν στον πάγκο του συλλόγου βρισκόταν ο Ζντένεκ Ζέμαν.

Όταν χρειάστηκε να βγει μπροστά για να πάρει η Ρόμα το πρωτάθλημα, το πρώτο της έπειτα από το 1983, ο Τότι δήλωσε βροντερό παρών το 2001 στο παιχνίδι της τελευταίας αγωνιστικής απέναντι στην Πάρμα, ηρέμησε τους συμπαίκτες του με το γκολ που πέτυχε στο 19ο λεπτό και ήρθε η νίκη με σκορ 3-1 για να τερματίσει για τελευταία φορά μέχρι σήμερα, ο σύλλογος στην κορυφή της Serie A.

Βέβαια, έχει μεσολαβήσει και η... «χειρότερη νύχτα της καριέρας» του, όπως τη χαρακτήρισε ο ίδιος, εκείνη την άγρια βραδιά με την ξεγυρισμένη εφτάρα από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στο Τσάμπιονς Λιγκ, όμως το 2007, μαζί με το Σούπερ Καπ Ιταλίας, θα πάρει και το European Golden Shoe, για να γίνει ο δεύτερος Ιταλός που το καταφέρνει μετά τον Λούκα Τόνι, ο οποίος μάλιστα το είχε κατακτήσει μια χρονιά νωρίτερα. Ο Τότι, είχε πετύχει 32 γκολ σε 50 ματς σε όλες τις διοργανώσεις, ενώ, συνεχίζοντας να σκοράρει κατά ριπάς, τον Απρίλη του 2009, θα προσπεράσει τον Αμεντέο Αμαντέι και με τα 175 τέρματα στη Serie A θ' ανέβει στη 10η θέση.

Τον Σεπτέμβρη του 2014 γίνεται ο γηραιότερος σκόρερ στην ιστορία του Τσάμπιονς Λιγκ με το γκολ που πέτυχε απέναντι στη Μάντσεστερ Σίτι στη φάση των ομίλων και μάλιστα, ήταν το πρώτο του τέρμα επί αγγλικού εδάφους και συνολικά 300ο στην καριέρα του.

Ο Φραντσέσκο Τότι, όπως όλα δείχνουν, διανύει την τελευταία του ποδοσφαιρική σεζόν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα είναι και η ύστατη με τα χρώματα της Ρόμα. Αντίθετα η διοίκηση του συλλόγου έχει ήδη φροντίσει για το μέλλον του αρχηγού της. 

«Δεν έχουμε μιλήσει (για το μέλλον του) αλλά ο Φραντσέσκο θα έχει ένα 6ετές συμβόλαιο ως αθλητικός διευθυντής», δήλωσε στην Gazzetta dello Sport ο πρόεδρος της Ρόμα, Τζέιμς Παλότα. 

Για το τέλος δεν θέλω να πω κάτι άλλο απλώς θα αντιγράψω μια εξομολόγηση που ο ίδιος έδωσε και σίγουρα μόλις την διαβάσετε θα ανατριχιάσετε

«27 χρόνια πριν χτύπησαν την πόρτα του διαμερίσματός μας, στη Ρώμη. Η μητέρα μου, Φιορέλα, πήγε να απαντήσει. Αυτοί οι άνθρωποι καθόρισαν την ποδοσφαιρική μου καριέρα. Όταν άνοιξε την πόρτα, ένα γκρουπ ανδρών είπαν ότι είναι παράγοντες ποδοσφαίρου. Δεν ήταν όμως από τη Ρόμα. Φορούσαν κόκκινα και μαύρα ρούχα. Ήταν από τη Μίλαν. Και ήθελαν να παίξω εκεί με οποιοδήποτε κόστος. Όταν είσαι παιδί στη Ρώμη, υπάρχουν δύο επιλογές: Ή Ρόμα ή Λάτσιο. Αλλά στην οικογένειά μου υπήρχε μόλις μία επιλογή. Δυστυχώς δεν πρόλαβα να γνωρίσω τον παππού μου, γιατί πέθανε όταν ήμουν μικρός. Ευτυχώς για εμένα, η γιαγιά μου Τζανλούκα ήταν φανατική οπαδός της Ρόμα και πέρασε αυτή την αγάπη στον πατέρα μου, ο οποίος από τη μεριά του τη μετέδωσε σε εμένα και στον αδερφό μου. Η Ρόμα ήταν κάτι παραπάνω από μία ομάδα. Ήταν μέρος της οικογένειάς μου, του αίματός μας και των ψυχών μας.

Σε ηλικία 7 ετών ο πατέρας μου αγόρασε εισιτήρια και πήγαμε στο Ολίμπικο. Κλείνω τα μάτια και θυμάμαι το συναίσθημα. Τα χρώματα, οι οπαδοί. Δεν μπορώ να περιγράψω την εμπειρία. Στην περιοχή μου, στο San Giovanni, δε νομίζω ότι με είδε κανείς χωρίς μια μπάλα στα χέρια ή στα... πόδια. Είχα τη φιλοδοξία να κάνω καριέρα. Ξεκίνησα να παίζω στις ακαδημίες. Είχα πόστερ και αποκόμματα εφημερίδων με τον Τζανίνι, τον αρχηγό της Ρόμα, στο δωμάτιό μου. Ήταν σύμβολο. Ήταν παιδί από τη Ρώμη, όπως εμείς. Μετά, στα 13 μου, χτύπησαν την πόρτα του σπιτιού μου. Ήταν αυτοί οι άνθρωποι της Μίλαν που ήθελαν να πάω στην ομάδα τους. Η μητέρα μου ήταν το αφεντικό. Ακόμα είναι το αφεντικό. Και ήταν πάντα δίπλα στα παιδιά της. Όπως κάθε Ιταλίδα μητέρα, ήταν υπερπροστατευτική. Δεν ήθελε να φύγω από το σπίτι, επειδή φοβόταν να μην πάθω κάτι. "Όχι, όχι". Αυτή ήταν η απάντηση που έδωσε στους ανθρώπους της Μίλαν. Αυτό ήταν. Η πρώτη μου μεταγραφή ματαιώθηκε από το αφεντικό. Ήταν δύσκολο να πεις όχι στη Μίλαν. Ήταν πολλά τα χρήματα που θα έπαιρνε η οικογένειά μου. Αλλά η μητέρα μου μού έμαθε κάτι εκείνη τη μέρα. Ότι το σπίτι σου είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή. Μερικές εβδομάδες αργότερα, αφού με τσέκαραν σε ένα παιχνίδι νέων, η Ρόμα μου έκανε πρόταση. Θα φορούσα τη φανέλα της. Η μητέρα μου ήξερε. Με βοήθησε με πολλούς τρόπους στην καριέρα μου. Ναι, ήταν υπερπροστατευτική. Ακόμα είναι, αλλά έκανε πολλές θυσίες για να είμαι καθημερινά στο γήπεδο. Αυτά τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα για εκείνη. Αυτή με πήγαινε στις προπονήσεις και με περίμενε να τελειώσω. Περίμενε δύο, τρεις, ακόμα και τέσσερις ώρες. Με περίμενε στη βροχή, στο κρύο, δεν την απασχολούσε.

Δεν ήξερα πότε θα κάνω ντεμπούτο στη Ρόμα, στο Ολίμπικο. Οι οπαδοί της Ρόμα είναι διαφορετικοί από όλους τους άλλους. Περιμένουν τόσα πολλά από κάθε παίκτη που φορά τη φανέλα. Πρέπει να αποδεικνύεις την αξία σου και δεν υπάρχει... χώρος για λάθη. Όταν περπατούσα στον αγωνιστικό χώρο για το πρώτο μου ματς, είχα κυριευτεί από υπερηφάνεια που θα έπαιζα για το... σπίτι μου. Για τη γιαγιά μου. Για την οικογένειά μου. Για 25 χρόνια η πίεση, το προνόμιο, δεν άλλαξε ποτέ. Φυσικά και έγιναν λάθη. Και πριν από 12 χρόνια υπήρξε μια στιγμή που σκέφτηκα να φύγω για να παίξω στη Ρεάλ Μαδρίτης. Όταν μια τόσο επιτυχημένη ομάδα, ίσως η πιο δυνατή στον κόσμο, σε ζητάει, σκέφτεσαι πώς θα ήταν η ζωή σου κάπου αλλού. Έκανα συζητήσεις με τον πρόεδρο της Ρόμα, αλλά στο τέλος η οικογένειά μου μου υπενθύμισε τι είναι η ζωή.

Ότι το σπίτι είναι τα πάντα. Για 39 χρόνια η Ρώμη είναι το σπίτι μου. Για 25 χρόνια ως παίκτης η Ρόμα είναι το σπίτι μου. Όταν κατακτήσαμε το Σκουντέτο, όταν παίζαμε στο Champions League, πάντα έδινα τα πάντα για τη Ρόμα και ελπίζω να σας έκανα υπερήφανους. Δεν έφυγα ποτέ από το σπίτι μου, παρά μόνο όταν αρραβωνιάστηκα με τη σύζυγό μου, την Ιλάρι. Όταν θα σκέφτομαι τι πέρασα εδώ, θα μου λείπουν πολλά πράγματα. Οι πολλές ώρες προπόνησης, οι κουβέντες με τους συμπαίκτες μου στα αποδυτήρια. Αυτό που θα μου λείψει περισσότερο είναι ο καφές που έπινα με τους συμπαίκτες μου καθημερινά. Ίσως αν γίνω διευθυντής μια μέρα, αυτές οι στιγμές θα συνεχίσουν να είναι εκεί. Με ρωτάνε οι άνθρωποι, γιατί έμεινα όλη μου τη ζωή στη Ρώμη. Η Ρώμη είναι η οικογένειά μου, οι φίλοι μου, οι άνθρωποι που αγαπώ. Η Ρώμη είναι η θάλασσα, τα βουνά, τα μνημεία. Η Ρώμη είναι, φυσικά, οι Ρωμαίοι. Η Ρώμη είναι η Ρόμα. Είναι ο κόσμος για εμένα. Η ομάδα, η πόλη, η ζωή μου».